πανεπιστημιακός

πανεπιστημιακός
η , ό[ν] университетский

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "πανεπιστημιακός" в других словарях:

  • πανεπιστημιακός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο πανεπιστήμιο ή στους καθηγητές και στους φοιτητές («πανεπιστημιακές παραδόσεις») 2. το αρσ. και θηλ. ως ουσ. μέλος τού διδακτικού προσωπικού ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος 3. φρ. «πανεπιστημιακή φάλαγξ» …   Dictionary of Greek

  • πανεπιστημιακός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο πανεπιστήμιο: Πανεπιστημιακή λέσχη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ελλάδα - Φιλοσοφία και Σκέψη — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η φιλοσοφία ως κατανοητικός λόγος Όταν κανείς δοκιμάζει να προσεγγίσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, πρωτίστως έρχεται αντιμέτωπος με το ερώτημα για τη γένεσή της. Πράγματι, η νέα ποιότητα των φιλοσοφικών θεωρήσεων της… …   Dictionary of Greek

  • Κασσωτάκης, Μιχάλης — (Άγιος Κωνσταντίνος Λασιθίου Κρήτης 1946 –). Πανεπιστημιακός και συγγραφέας. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στις επιστήμες της αγωγής σε πανεπιστήμια της Γαλλίας (Σορβόνη κ.ά.). Σταδιοδρόμησε αρχικά ως… …   Dictionary of Greek

  • Μπαλάνος — Επώνυμο ηπειρωτικής οικογένειας, μέλη της οποίας διακρίθηκαν στα χρόνια της τουρκοκρατίας και μετά την απελευθέρωση της χώρας. 1. Αριστείδης (Ιωάννινα 1819 – Αθήνα 1875). Δικηγόρος και πληρεξούσιος Αττικής του 1864, γιος του Κοσμά Μπαλάνου (βλ. λ …   Dictionary of Greek

  • Αλαχιώτης, Σταμάτης — (Ασφενδιού, Κως 1944 –).Βιολόγος και πανεπιστημιακός. Σπούδασε, με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, στο φυσιογνωστικό τμήμα της φυσικομαθηματικής σχολής του ΑΠΘ, απ’ όπου αποφοίτησε το 1969. Διορίστηκε το 1972 βοηθός στο εργαστήριο… …   Dictionary of Greek

  • Γιατρομανωλάκης, Γιώργης — (Ζάρος, Ηράκλειο Κρήτης 1940 –).Πανεπιστημιακός και πεζογράφος. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έλαβε τον διδακτορικό τίτλο του από το Βασιλικό Κολέγιο του πανεπιστημίου του Λονδίνου. Καθηγητής του τομέα κλασικής φιλολογίας …   Dictionary of Greek

  • Δερτούζος, Μιχάλης — (Αθήνα 1936 – Μασαχουσέτη 2001). Ηλεκτρολόγος μηχανικός, πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός. Αποφοίτησε από το Κολέγιο Αθηνών και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ, όπου φοίτησε στο πανεπιστήμιο ΜΙΤ της Μασαχουσέτης. Απέκτησε τον διδακτορικό του… …   Dictionary of Greek

  • Δεσποτόπουλος, Αλέξανδρος — (Σμύρνη 1913 –). Ιστορικός, νομικός και πανεπιστημιακός. Είναι δίδυμος αδελφός του Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου (βλ. λ.). Σπούδασε στη νομική και στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, της οποίας αναγορεύτηκε διδάκτορας (1954). Ειδικεύτηκε… …   Dictionary of Greek

  • Δεσποτόπουλος, Κωνσταντίνος — (Σμύρνη 1913 –).Νομικός, πανεπιστημιακός και ακαδημαϊκός.Είναι δίδυμος αδελφός του Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου (βλ. λ.). Σπούδασε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών, της οποίας αναγορεύτηκε διδάκτορας το 1939. Έλαβε ενεργό μέρος στην Εθνική… …   Dictionary of Greek

  • Διομήδης-Κυριακός — Επώνυμο γνωστής οικογένειας από τις Σπέτσες, μέλη της οποίας διακρίθηκαν κατά τον 19ο και τον 20ό αι. 1. Αλέξανδρος (Αθήνα 1875 – 1950). Οικονομολόγος και πολιτικός. Ήταν γιος του Νικολάου Δ. K. (βλ. 6.). Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»